"Πεταλούδες.
Γέμισε όλο το σπίτι απ’ αυτές.
Πετούν παντού μέσα στο σπίτι, σαν τις αναμνήσεις
μας, λευκές στο χρώμα.
Άλλες πετούν, άλλες βρίσκονται νεκρές
στο πάτωμα, με την σκόνη απ’ τα φτερά τους απλωμένη γύρω τους. Σα να συνέβη ο θάνατος
τους από τη σύγκρουση των ονείρων μας με την πραγματικότητα.
Και κάτι άλλες, σκούρες. Έτσι, σαν τη πίκρα
μας σκοτεινές και παντού. Έχει γεμίσει το σπίτι.
Σαν τη ψυχή μου νεκρές, κάτω στο πάτωμα.
Φαίνονται τόσο ισοπεδωμένες, σα να μη μπορεί τίποτα να τις σηκώσει έστω και λίγο
απ’ το βυθό τους.
Και γύρω από τη νεκρή ψυχή μου, η σκόνη απ’
τα φτερά μου.
Τόση πολύ σκόνη, που θαρρείς πως μόνο απ’
αυτή ήμουν φτιαγμένη.
Χρυσαφένια σκόνη, όπως οι αναμνήσεις απ’
τις γλύκες στιγμές μας. Τόσο γλυκιά σκόνη, που σε ζεσταίνει.
Λάμπει όταν πέφτει ο Ήλιος πάνω της,
όπως οι φωτογραφίες σου όταν τις σταματούν τα μάτια μου. Γεμάτες ζεστασιά. Γεμάτες
σήμερα. Γεμάτες ζωή.
Πως γίνεται λοιπόν; Είδες;
Ένα μάτσο άψυχες φωτογραφίες να έχουν πάνω
τους όση ζωντάνια λείπει απ’ το σπίτι. Δυο μόλις φωτογραφίες να αρκούν για να ξεπεράσουν
τη ζωντάνια της ψυχής μου.
Πονάει πολύ το ξημέρωμα. Φέγγει τα πάντα,
όλες τις αλήθειες, όλες τις νεκρές πεταλούδες, όλες τις ζωντανές φωτογραφίες. Όλα
τα νεκρά σώματα. Δεν αφήνει τίποτα κρυφό.
Όλα
τα μαχαίρια τα ρίχνει ένα-ένα στη καρδία. Δεν αφήνει ούτε ένα στη άκρη. Δε ρωτάει
αν πέθανες, αν αντέχεις κι’ άλλο, δε τη νοιάζει τη μέρα. Τίποτα.
Μέχρι να σβήσει και να έρθει το βράδυ θα
σε κυνηγά. Να σου ρίξει τα ίδια μαχαίρια με χθες.
Δεν θα γλιτώσεις ούτε μια μέρα απ’ την υπόλοιπη
ζωή σου.
Ούτε μια ώρα ζωής δεν έχει μείνει σε
αυτό το κόσμο για το νεκρό κορμί σου. Πουθενά, ούτε μια ώρα ξεχασμένη για να σε
ξεκουράσει.
Κι αυτές οι πεταλούδες, δεν παύουν να γεμίζουν
το σπίτι. Όσες κι αν πεθάνουν, άλλες τόσες έρχονται.
Όλες εδώ, πάντα.
Θυμάσαι τι λέγαμε για τις πεταλούδες;
Πως είναι ψυχές.
Μόνο αυτές έμειναν στο σπίτι μας.
Οι πεταλουδες."
Nepenthe, 17/9/12
Nepenthe, 17/9/12